Τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (Polychlorinated Biphenyls - PCBs) με τις εμπορικές ονομασίες clophen, pyralene, aroclor, kanechlor, perchlor κ.λπ. είναι μία κατηγορία χλωριωμένων υδρογονανθράκων (για την ακρίβεια αρωματικών οργανοχλωριωμένων ενώσεων) που περιλαμβάνει πάνω από 200 μέλη. Έχουν µικρή περιεκτικότητα σε χλώριο και είναι υγρά ελαιώδη, σχεδόν αδιάλυτα στο νερό, άχρωμα ή ελαφρώς κιτρινωπά, με οσμή που πλησιάζει αυτή του χλωρίου. Οι ενώσεις αυτές παρουσιάζουν μεγάλη αντοχή σε υψηλή θερμοκρασία, δεν είναι πτητικές και συγκεντρώνονται σε ιζήματα χωρίς να αποικοδομούνται βιολογικά.
Από την αρχή της εμπορικής τους εφαρμογής το 1929 έως και την απαγόρευσή τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70, με το χαρακτηρισμό ως τοξικές και ιδιαίτερα επιβλαβείς ουσίες για τον ανθρώπινο οργανισμό, τα PCBs είχαν χρησιμοποιηθεί ευρύτατα, λόγω των μοναδικών φυσικοχημικών ιδιοτήτων τους, ως διηλεκτρικά υγρά σε μετασχηματιστές (Μ/Σ) και πυκνωτές, σε συστήματα μεταφοράς θερμότητας, ως πρόσθετα υδραυλικών ελαίων, ως επιβραδυντικά φλόγας και σε άλλες εφαρμογές. Τα PCBs είναι τοξικές ενώσεις τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το υπέδαφος, τη χλωρίδα και την πανίδα. Η παραγωγή τους σταμάτησε επειδή παραμένουν τόσο στο περιβάλλον όσο και στους ζωντανούς οργανισμούς. Τα PCBs είναι μείγματα μέχρι και 209 διαφορετικών συστατικών (συγγενών), ανάλογα με τον αριθμό και τη θέση των χλωρίων γύρω από τον δακτύλιο του διφαινυλίου. Τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια είναι λιποδιαλυτές ουσίες στις οποίες ο καθένας εκτίθεται μέσω της κατανάλωσης ζωικών λιπαρών, της εισπνοής ή της δερματικής επαφής. Η έκθεση σε PCBs καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο απόκτησης διαφόρων ανθρώπινων ασθενειών. Είναι προαγωγοί όγκων που ενισχύουν τις επιδράσεις άλλων καρκινογόνων ουσιών.